allowance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
allowance allowances

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

allowance (en)