Μετάβαση στο περιεχόμενο

almond

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
almond almonds

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

almond (en)