αμύγδαλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμύγδαλο αμύγδαλα
γενική αμυγδάλου
& αμύγδαλου
αμυγδάλων
& αμύγδαλων
αιτιατική αμύγδαλο αμύγδαλα
κλητική αμύγδαλο αμύγδαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμύγδαλο < αρχαία ελληνική ἀμύγδαλον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καθαρισμένα αμύγδαλα

αμύγδαλο ουδέτερο

  1. ο καρπός του δένδρου αμυγδαλιά (Amygdalus communis)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]