αμυγδαλωτό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμυγδαλωτό αμυγδαλωτά
γενική αμυγδαλωτού αμυγδαλωτών
αιτιατική αμυγδαλωτό αμυγδαλωτά
κλητική αμυγδαλωτό αμυγδαλωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμυγδαλωτό < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμυγδαλωτό ουδέτερο

Παρότι τα αμυγδαλωτά δεν είναι η αδυναμία μου, ο εργολάβος είναι ένα από τα αγαπημένα μου γλυκά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

αμυγδαλωτό