εργολάβος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εργολάβος εργολάβοι
γενική εργολάβου εργολάβων
αιτιατική εργολάβο εργολάβους
κλητική εργολάβε εργολάβοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργολάβος < αρχαία ελληνικά ἐργολάβος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εργολάβος αρσενικό ή θηλυκό

  1. Πρόσωπο που συµβάλλεται µε τον κύριο του έργου και αναλαµβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τµήµατός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα µε την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.
  2. Στα δηµόσια έργα ο ανάδοχος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του ν.1418/84 ([Π.Δ. 305/96]).
  3. γλύκισμα με αμύγδαλα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]