altogether

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

/ɔːltəˈɡɛðə/

Επίρρημα[επεξεργασία]

altogether (en)

  1. εντελώς, ολοκληρωτικά
     συνώνυμα: wholly, completely
  2. συνολικά, έχοντας εξετάσει όλες τις παραμέτρους ενός θέματος
     συνώνυμα: all in all

Εκφράσεις[επεξεργασία]