amarrage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
amarrage amarrages

amarrage (fr) αρσενικό

  1. η πρόσδεση ενός πλοίου στην ξηρά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη amarre