amaso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

amaso < amas + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική amaso amasoj
αιτιατική amason amasojn

amaso (eo)

vi trovas amason de informoj en tiu libro, βρίσκετε πλήθος πληροφοριών σ' αυτό το βιβλίο