ameuter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ameuter < meute

Ρήμα[επεξεργασία]

ameuter (fr)

  1. βάζω σκυλιά μαζί και τα προετοιμάζω για κυνήγι
  2. υποθάλπω, υποδαυλίζω κάποια ταραχή συγκεντρώνοντας ένα πλήθος