amok

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Αγγλικά (en) [edit]

Open book 01.svg Επίρρημα[edit]

amok (en)

  1. σχεδόν πάντα στη φράση run amok: είμαι εκτός ελέγχου, ενεργώ με βία και μανιωδώς
    soccer fans ran amok in the streets after their team's victory



Γαλλικά (fr) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

ενικός πληθυντικός
amok amoks

amok (fr) αρσενικό

  1. (ιατρική) μορφή δολοφονικής μανίας
  2. το θύμα αυτής της μανίας