amusement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

amusement (en)

  1. διασκέδαση, ψυχαγωγία
  2. το να βρίσκω-θεωρώ κάτι αστείο ή γελοίο



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

amusement 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
amusement amusements

amusement (fr) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: amuser