ancora
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- ancora < δημώδης λατινική *hancōra
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]ancora (it)
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- ancora < λατινική ancora < αρχαία ελληνική ἄγκυρα
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ancora | ancore |
ancora (it) θηλυκό
- (ναυτικός όρος) η άγκυρα ενός πλοίου
La nave ha gettato l'ancora nel porto di Napoli.
Το πλοίο έριξε άγκυρα στο λιμάνι της Νάπολης.
- εραλδικό σύμβολο
Πηγές
[επεξεργασία]- ancora - Vocabolario Treccani online, Istituto della Enciclopedia Italiana (Istituto Treccani).
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα δημώδη λατινικά (ιταλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ιταλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (ιταλικά)
- Ιταλική γλώσσα
- Επιρρήματα (ιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (ιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ιταλικά)
- Ουσιαστικά (ιταλικά)
- Ναυτικοί όροι (ιταλικά)