Μετάβαση στο περιεχόμενο

ancora

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ancora < δημώδης λατινική *hancōra

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /anˈko.ra/
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ancora (it)

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ancora < λατινική ancora < αρχαία ελληνική ἄγκυρα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈan.ko.ra/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
ancora ancore

ancora (it) θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) η άγκυρα ενός πλοίου
    παράδειγμα La nave ha gettato l'ancora nel porto di Napoli.
         Το πλοίο έριξε άγκυρα στο λιμάνι της Νάπολης.
  2. εραλδικό σύμβολο