antiquité

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Antiquité

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

antiquité (fr) θηλυκό

  1. η παλαιότητα, η αρχαιότητα
  2. πληθυντικός antiquités: «αρχαία», μνημεία της αρχαιότητας· (κατ’ επέκταση) αντίκες

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]