Μετάβαση στο περιεχόμενο

aphorism

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aphorism aphorisms

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

aphorism (en)