appenzell

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Appenzell

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
appenzell < ελβετικό καντόνι με το ίδιο όνομα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
appenzell appenzells

appenzell (fr) αρσενικό