apporto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

apporto < (λατινικά) ad (la) + (λατινικά) porto (la)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

apporto (la) και adporto (la) (apportō1, apportāvī, apportātum, apportāre)

  1. φέρνω

Κλίση[επεξεργασία]