appréhensibilité

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
appréhensibilité appréhensibilités

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

appréhensibilité (fr) θηλυκό

Συγγενικά[επεξεργασία]