arctique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| arctique | arctiques |
arctique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| arctique | arctiques |
arctique (fr) αρσενικό ή θηλυκό