areola

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Weibliche brust en.jpg

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
areola areole

areola (it)

  1. (ανατομία) άλως του μαστού