Μετάβαση στο περιεχόμενο

areola

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
areola areole

areola (it)