άλως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: άλλος, άλλως

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άλως < αρχαία ελληνική ἅλως

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άλως θηλυκό

  1. ο φωτεινός περίγυρος της σελήνης και του ήλιου
  2. το φωτοστέφανο των αγίων
  3. ο εξωτερικός κύκλος του βολβού του ματιού
  4. ο κύκλος που περιβάλλει τη θηλή του γυναικείου μαστού
  5. (μετεωρολογία) το φαινόμενο που προκαλείται από τη διάθλαση και ανάκλαση του ηλιακού ή σεληνιακού φωτός πάνω στους παγοκρυστάλλους των νεφών
  6. (φωτογραφία) το φαινόμενο εκείνο που παρατηρείται στις κοινές-καθημερινές φωτογραφήσεις, όπου στο οπτικό πεδίο παρατηρούνται (συνήθως ανεπιθύμητοι) φωτεινοί δίσκοι από ανάκλαση από μια δυνατή φωτεινή πηγή

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]