arpenteur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό arpenteur arpenteurs
θηλυκό arpenteuse arpenteuses

arpenteur (fr)

  1. τεχνίτης ειδικευμένος στη χωρομέτρηση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: arpent