arrêté
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | arrêté | arrêtés |
| θηλυκό | arrêtée | arrêtées |
arrêté (fr)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| arrêté | arrêtés |
arrêté (fr) αρσενικό
- η απόφαση