Μετάβαση στο περιεχόμενο

as well

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

as well (en)

  • Lua error in Module:labels at line 98: attempt to index field '?' (a nil value). επιπλέον και, επίσης και, κι από πάνω
    παράδειγμα  He gave me advice and money as well.
    Μου ‘δώσε συμβουλές κι επιπλέον και χρήματα.
    παράδειγμα  I will buy this one as well.
    Θα αγοράσω επίσης κι αυτό.
    παράδειγμα  He is also a liar as well!
    Κι από πάνω είναι και ψεύτης!
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη additionally