Μετάβαση στο περιεχόμενο

asthmatique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /as.ma.tik/
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
asthmatique asthmatiques

asthmatique (fr) αρσενικό ή θηλυκό