asthmatique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| asthmatique | asthmatiques |
asthmatique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
| ενικός | πληθυντικός |
| asthmatique | asthmatiques |
asthmatique (fr) αρσενικό ή θηλυκό