ασθματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ασθματικός ασθματική ασθματικό
γενική ασθματικού ασθματικής ασθματικού
αιτιατική ασθματικό ασθματική ασθματικό
κλητική ασθματικέ ασθματική ασθματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασθματικοί ασθματικές ασθματικά
γενική ασθματικών ασθματικών ασθματικών
αιτιατική ασθματικούς ασθματικές ασθματικά
κλητική ασθματικοί ασθματικές ασθματικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασθματικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασθματικός

  1. ο σχετικός με το άσθμα
  2. ο άρρωστος από άσθμα

είμαι ασθματικός και μερικές φορές δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]