attesté

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό attesté attestés
θηλυκό attestée attestées

attesté (fr)

  1. πιστοποιημένος, που έχει κάποιες γνωστές χρήσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]