aura

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.ʁa/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aura auras

aura (fr) θηλυκό