Μετάβαση στο περιεχόμενο

avenue

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

avenue (en)

  1. η λεωφόρος
  2. ο δρόμος ανάμεσα σε δενδροστοιχίες



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
avenue avenues

avenue (fr) θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]