avvoltoio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

avvoltoio < λατινική vulturius

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

avvoltoio

  1. (ορνιθολογία) ο γύπας
  2. (μεταφορικά) πρόσωπο το οποίο εκμεταλλεύεται τις δυστυχίες των άλλων