γύπας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γύπας οι γύπες
      γενική του γύπα των γυπών
    αιτιατική τον γύπα τους γύπες
     κλητική γύπα γύπες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γύπας < αρχαία ελληνική γύψ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝi.pas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύπας της Νουβίας

γύπας αρσενικό

  • (ορνιθολογία) μεγαλόσωμο πτηνό με μακρουλό κεφάλι, μακρύ και κυρτό λαιμό που δεν έχει φτερά, κοφτερό ράμφος, γαμψά νύχια και μεγάλες φτερούγες. Τρέφεται με πτώματα και τροφές σε αποσύνθεση
  • (μειωτικά) ο άντρας που έχει τη συνήθεια να πλησιάζει και να γνωρίζει επανειλημμένα γυναίκες με μοναδικό στόχο τη σεξουαλική συνεύρεση, ο πέφτουλας. Η λέξη προέρχεται από την υποτιθέμενη συνήθειά του να εντοπίζει σαν γύπας από κάποιο υπερυψωμένο μέρος πιθανά "θηράματα" και στη συνέχεια να "εφορμεί". Παρά τον μειωτικό χαρακτήρα της, η λέξη χρησιμοποιείται συνήθως περιπαιχτικά μεταξύ φίλων.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]