γύπας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γύπας οι γύπες
      γενική του γύπα των γυπών
    αιτιατική τον γύπα τους γύπες
     κλητική γύπα γύπες
Κατηγορία όπως «γαλαξίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γύπας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γύπας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γύψ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝi.pas/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύπας της Νουβίας

γύπας αρσενικό

  • (ορνιθολογία) μεγαλόσωμο πτηνό με κοφτερό ράμφος και γαμψά νύχια που τρέφεται με πτώματα

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]