γύπας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γύπας γύπες
γενική γύπα γυπών
αιτιατική γύπα γύπες
κλητική γύπα γύπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γύπας < αρχαία ελληνική γύψ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈʝi.pas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γύπας της Νουβίας

γύπας αρσενικό

  • (ορνιθολογία) μεγαλόσωμο πτηνό με μακρουλό κεφάλι, μακρύ και κυρτό λαιμό που δεν έχει φτερά, κοφτερό ράμφος, γαμψά νύχια και μεγάλες φτερούγες. Τρέφεται με πτώματα και τροφές σε αποσύνθεση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]