γύψ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική γύψ γῦπε γῦπες
Γενική γυπός γυποῖν γυπῶν
Δοτική γυπί γυποῖν γυψί
Αιτιατική γῦπα γῦπε γῦπας
Κλητική γύψ γῦπε γῦπες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γύψ αρσενικό

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

  • η γύπη (φωλιά γύπα)
  • η γυπιάς-άδος (πέτρα που είναι "έδρα" γυπών) γ κλιση γ κλιση