baggy

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

baggy (en)

  1. που μοιάζει με "σακούλα"
    baggy cheeks - σακουλιασμένα μάγουλα
  2. (για ρούχα) φαρδύς, χαλαρός