belligerent

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

  1. εμπόλεμος
  2. επιτιθέμενος, εχθρικός, επιθετικός, φιλοπόλεμος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  • για συγκεκριμένο έθνος ή συγκεκριμένη χώρα που εμπλέκεται σε σύρραξη