belongings

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

belongings, πληθυντικός του belonging

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

belongings (en)

  1. τα προσωπικά (μου) αντικείμενα, τα υπάρχοντά (μου)
    when I came back, the train had left with all my belongings
    όταν γύρισα πίσω, το τρένο είχε φύγει με όλα μου τα υπάρχοντα