blur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

blur (en)

  1. κάτι που είναι θολό

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

blur (en)

  1. (μεταβατικό) θολώνω, κάνω κάτι να θολώσει
    time has blurred his memories - ο χρόνος θόλωσε τις αναμνήσεις του
  2. (αμετάβατο) θολώνω, γίνομαι θολός
    his memories have blurred with time - οι αναμνήσεις του θόλωσαν με το χρόνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]