Μετάβαση στο περιεχόμενο

boa

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boa (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
boa boas

boa (fr) αρσενικό



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boa (it)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boa (pl) ουδέτερο