boi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
boi bois

boi (pt) αρσενικό

  1. (ζωολογία) το βόδι



Flag of Romania.svg Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

boi (ro)