Μετάβαση στο περιεχόμενο

borrower

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: burrower

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
borrower < borrow + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
borrower borrowers

borrower (en)

  • ο δανειολήπτης
    παράδειγμα  He’s considered a risky borrower.
    Θεωρείται επισφαλής δανειολήπτης.