borrower
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| borrower | borrowers |
borrower (en)
- ο δανειολήπτης
He’s considered a risky borrower.
- Θεωρείται επισφαλής δανειολήπτης.