Μετάβαση στο περιεχόμενο

boxe

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
boxe boxes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boxe (fr) θηλυκό

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

boxe (pt) αρσενικό

  1. το μποξ, η πυγμαχία