box

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
box boxes

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

box (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. box < box-calf < Joseph Box (αμερικανός παραγωγός για μπότες) + calf (μοσχάρι)
  2. box < box (κουτί)
  3. box < Freebox, συσκευή μόντεμ της γαλλικής εταιρείας Free < free + box


Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
box box

box (fr) αρσενικό

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
box box

box (fr) αρσενικό

  1. μέρος ενός γκαράζ για τη στάθμευση ενός αυτοκινήτου
  2. μέρος ενός στάβλου όπου βρίσκεται ένα μόνο άλογο
  3. τμήμα ενός μεγάλου κοινόχρηστου χώρου που περιβάλλεται από κινητά χωρίσματα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
box box

box (fr) θηλυκό

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

box (it)