box

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
box boxes

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

box (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. box < box-calf < Joseph Box (αμερικανός παραγωγός για μπότες) + calf (μοσχάρι)
  2. box < box (κουτί)
  3. box < Freebox, συσκευή μόντεμ της γαλλικής εταιρείας Free < free + box


Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
box box

box (fr) αρσενικό

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
box box

box (fr) αρσενικό

  1. μέρος ενός γκαράζ για τη στάθμευση ενός αυτοκινήτου
  2. μέρος ενός στάβλου όπου βρίσκεται ένα μόνο άλογο
  3. τμήμα ενός μεγάλου κοινόχρηστου χώρου που περιβάλλεται από κινητά χωρίσματα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
box box

box (fr) θηλυκό

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]



Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

box (it)