μόντεμ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μόντεμ < αγγλική modem < σύντμηση των modulator + demodulator

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmɔ.dɛm/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μόντεμ ουδέτερο άκλιτο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

ήχος παλαιού μόντεμ[επεξεργασία]


Ελλάδα, δεκαετία 1990

Μεταφράσεις[επεξεργασία]