σάκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάκος σάκοι
γενική σάκου σάκων
αιτιατική σάκο σάκους
κλητική σάκε σάκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σάκος < αρχαία ελληνική σάκος ή σάκκος (σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) sac)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σάκος αρσενικό

  1. σακί
  2. σακούλα
  3. είδος τσάντας
  4. (μεταφορικά) οτιδήποτε προσομοιάζει στη μορφή με σάκο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σάκος αρσενικό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σάκος < σάττω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σάκος ουδέτερο, γενική σάκεος