Μετάβαση στο περιεχόμενο

σάκος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σακός, σάκκος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σάκος οι σάκοι
      γενική του σάκου των σάκων
    αιτιατική τον σάκο τους σάκους
     κλητική σάκε σάκοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Πίνακας που απεικονίζει αγρότη με έναν σάκο στους ώμους του
στρατιωτικός σάκος
Σάκος, το αρχιερατικό άμφιο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σάκος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σάκος[1][2]  και δείτε περισσότερα στο αρχαίο σάκος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈsa.kos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σάκος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σάκος αρσενικό

  1. σακί
  2. σακούλα
  3. είδος τσάντας
  4. (χριστιανισμός, ενδυμασία) είδος αρχιερατικού άμφιου
  5. (μεταφορικά) οτιδήποτε προσομοιάζει στη μορφή με σάκο
    1. (ενδυμασία) είδος μονοκόμματου φορέματος
    2. (ανατομία) αμνιακός σάκος
    3. (αθλητισμός) πυγμαχικός σάκος  δείτε τον όρο σάκος πυγμαχίας

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σάκος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. σάκος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. σάκκος: βλ. σάκος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σάκος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σάκος ή σάκκος  και δείτε περισσότερα στο αρχαίο σάκκος


ζητούμενο λήμμα



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sá.kos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: σάκος

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
σάκος  δείτε την ετυμολογία στη μορφή σάκκος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική σάκος οἱ σάκοι
      γενική τοῦ σάκου τῶν σάκων
      δοτική τῷ σάκ τοῖς σάκοις
    αιτιατική τὸν σάκον τοὺς σάκους
     κλητική ! σάκε σάκοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σάκω
γεν-δοτ τοῖν  σάκοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

σάκος, -ου αρσενικό

  1. (στην κωμωδία) τραχιά γενειάδα σαν τρίχινο ύφασμα, από κατσικότριχες
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι, στίχ. 502
    ἅπασα καὶ μίσει σάκον πρὸς τοῖν γναθοῖν ἔχουσα
    πετάχτε από τα μάγουλα τις κατσικότριχές σας
    Μετάφραση (1970): Κώστας Βάρναλης, Αθήνα: Κέδρος @greeklanguage.gr
  2. σάκος
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Σ
    <σάκος αἴγειος> ἀντὶ τοῦ τεῦχος αἴγειον. θέλει δὲ εἰπεῖν τὴν πήραν, κατὰ μετάληψιν
    <σάκος αίγειος> αντί για τεύχος αίγειον. θα πει δηλαδή το σακούλι, με άλλα λόγια

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
σᾰ́κος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *τϝάκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tu̯akos (δέρμα)[1], στο αρχικό σύμπλεγμα [τϝ] το οδοντικό [τ] μεταβλήθηκε σε φατνιακό [σ] και το δίγαμμα σιγήθηκε. Συγγενή: σανσκριτική tvacas- (δέρμα) όπως híraṇya-tvacas- (με χρυσό δέρμα), tvacasya- (βρισκόμενος στο δέρμα) και tvák- (δέρμα, ακατέργαστο δέρμα), χεττιτική tuekkaš (σώμα, άτομο, εαυτός). Η λέξη σάκος αρχικά δήλωνε την μυκηναϊκή ασπίδα που προστάτευε όλο το σώμα του πολεμιστή, η οποία ήταν φτιαγμένη από ξύλο ή πλεγμένα κλαδιά και δέρματα βοδιού. Η λέξη αντικαταστάθηκε παλαιά από το ἀσπίς[2]. Τα δωρική διάλεκτος σᾱκός (ιωνική διάλεκτος σηκός) ενδέχεται να σχετίζονται με το σάκος και κάποιοι, όπως ο Μαντουλίδης, τα συνδέουν μέσω του ρήματος σάττω.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
σᾰκ-
ονομαστική τὸ σάκος τὰ σάκη - σάκε
      γενική τοῦ σάκους
σάκεος
σάκευς (ιωνικός)
τῶν σακῶν - σακέων
      δοτική τῷ σάκει - σάκεῐ̈ τοῖς σάκεσ(ν)
σάκεσσῐ(ν) (ποιητικός)
σακέεσσῐ(ν) (ποιητικός)
    αιτιατική τὸ σάκος τὰ σάκη - σάκεα
     κλητική ! σάκος σάκη - σάκεα
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σάκει - σάκεε
γεν-δοτ τοῖν  σακοῖν - σακέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'βέλος' όπως «βέλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

σᾰ́κος, -εος/ους ουδέτερο

  1. είδος κοίλης ασπίδας
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 3 (Γ. Ὅρκοι. Τειχοσκοπία. Ἀλεξάνδρου καὶ Μενελάου μονομαχία.), στίχ. 335
    αὐτὰρ ἔπειτα σάκος μέγα τε στιβαρόν τε
    κι έπειτα τρανήν βαρύτατην ασπίδα.
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, (αποδίδεται) Ἀσπὶς Ἡρακλέουςw, 139
    Χερσί γε μὴν σάκος εἷλε παναίολον
    Στα χέρια του ασπίδα πήρε πολυποίκιλτη
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 43
    ταυροσφαγοῦντες ἐς μελάνδετον σάκος
    σφάζοντας μες σε μαυροσίδερην ασπίδα | ταύρο
    Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greeklanguage.gr
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 52.1
    ἀνέθηκε σάκος τε χρύσεον πᾶν
    αφιέρωσε μια ασπίδα ολόχρυση
    Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Σ
    <σάκος> ἀσπίς. ἀφ' οὗ καὶ οἱ νεώτεροι <σάγην> τὴν πανοπλίαν φασί
    <σάκος> ασπίδα. απ' όπου και οι νεώτεροι σάγη λένε την πανοπλία
     συνώνυμα: ἀσπίς
  2. (μεταφορικά) υπεράσπιση, προστασία
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἱκέτιδες, 190
    κρεῖσσον δὲ πύργου βωμός, ἄρρηκτον σάκος
    γιατ᾽ από κάθε πύργο | πιο δυνατός είν᾽ ο βωμός κι άθραυστη ασπίδα
    Μετάφραση (1930): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Εστία @greeklanguage.gr
  3. (κατ’ επέκταση) ως αγγείο συγκράτησης υγρού, λόγω του σχήματος της ασπίδας
      6ος/5ος πκε αιώνας Αἰσχύλος, Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας, στίχ. 540
    οὐ μὴν ἀκόμπαστός γ᾽ ἐφίσταται πύλαις· | τὸ γὰρ πόλεως ὄνειδος ἐν χαλκηλάτῳ | σάκει, κυκλωτῷ σώματος προβλήματι
    Κι ακόμπαστος κι αυτός στις πύλες μπρος δε στέκει· | γιατί το ντρόπιασμα της πόλης μας απάνω | στη χάλκινή του ασπίδα, σκέπη του κορμιού του, | στριφογυρνούσε
    Μετάφραση (1911): Ιωάννης Ν. Γρυπάρης, Αθήνα:Φέξης @greeklanguage.gr

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. σάκοςhtm@starling σελ. 1099, Τόμος 3ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 13.
  2. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.