sac

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sac (en)

  • (φυσιολογία) κοιλότητα του σώματος που μοιάζει με σάκο ή ασκό και περιέχει υγρό· θύλακας, κύστη
    amniotic sac - αμνιακός σάκος



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

sac 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
sac sacs

sac (fr) αρσενικό

  1. η τσάντα
  2. η λεηλασία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: pillage, saccage