ασκός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Ασκός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο ασκός οι ασκοί
γενική του ασκού των ασκών
αιτιατική τον ασκό τους ασκούς
κλητική ασκέ ασκοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασκός < αρχαία ελληνική ἀσκός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈscɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασκός αρσενικό

  1. είδος δοχείου ή σακιού από δέρμα ζώου για αποθήκευση και μεταφορά υγρών (νερό, κρασί κ.λπ.)
  2. (κατ’ επέκταση) ό,τι περιέχει ένας ασκός
  3. (ανατομία) θύλακας που μοιάζει με ασκό
    Υπώνυμα: δακρυϊκός ασκός, δερματικός ασκός, εντερικός ασκός
  4. (ιδιωματικό) (παρωχημένο) καχεκτικό αβγό με λεπτό τσόφλι

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • άνοιξε ο ασκός του Αιόλου
  • άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]