σακίδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σακίδιο σακίδια
γενική σακιδίου σακιδίων
αιτιατική σακίδιο σακίδια
κλητική σακίδιο σακίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σακίδιο < υποκοριστικό του σάκος (κατάληξη: -ίδιο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σακίδιο ουδέτερο

  • εκδρομικός σάκος με ιμάντες για να φορεθεί στην πλάτη

32πχ Μεταφράσεις[]