σάκε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σάκε < ιαπωνική (αλκοολούχο ποτό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σάκε ουδέτερο άκλιτο

  1. είδος γιαπωνέζικου οινοπνευματώδους ποτού, ριζόκρασο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

σάκε αρσενικό

  1. σάκος, στην κλητική του ενικού