γαιόσακος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαιόσακος γαιόσακοι
γενική γαιοσάκου
& γαιόσακου
γαιοσάκων
& γαιόσακων
αιτιατική γαιόσακο γαιοσάκους
& γαιόσακους
κλητική γαιόσακε γαιόσακοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαιόσακος < γαία + σάκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαιόσακος αρσενικό

  • σακί γεμισμένο με χώμα και άλλες ουσίες χαμηλής αξίας, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρόχειρο οχύρωμα όταν χρειάζεται (π.χ. στον πόλεμο)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]