αμνιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αμνιακός αμνιακή αμνιακό
γενική αμνιακού αμνιακής αμνιακού
αιτιατική αμνιακό αμνιακή αμνιακό
κλητική αμνιακέ αμνιακή αμνιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμνιακοί αμνιακές αμνιακά
γενική αμνιακών αμνιακών αμνιακών
αιτιατική αμνιακούς αμνιακές αμνιακά
κλητική αμνιακοί αμνιακές αμνιακά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμνιακός < από το ουσιαστικό άμνιο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αμνιακός αρσενικό, αμνιακή θηλυκό, αμνιακό ουδέτερο

  1. που ανήκει στο άμνιο ή που έχει σχέση με αυτό
    • αμνιακός σάκος: κυστικός σχηματισμός που αποτελείται από το άμνιο και το χόριο, περιέχει το αμνιακό υγρό και περιβάλλει το έμβρυο
    • αμνιακό υγρό: το υγρό που περιέχεται στον αμνιακό σάκο
    • αμνιακή κοιλότητα: διπλή πτυχή του εξωδέρματος, της οποίας το εσωτερικό φύλλο αποτελεί το άμνιο, και μέσα της αναπτύσσεται το έμβρυο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]