άμνιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άμνιο άμνια
γενική αμνίου αμνίων
αιτιατική άμνιο άμνια
κλητική άμνιο άμνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμνιο < αρχαία ελληνική ἄμνιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άμνιο ουδέτερο

  • ο πολύ λεπτός και διαφανής εσωτερικός υμένας που περιβάλλει το έμβρυο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]