Μετάβαση στο περιεχόμενο

break away

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας break away
γ΄ ενικό ενεστώτα breaks away
αόριστος broke away
παθητική μετοχή broken away
ενεργητική μετοχή breaking away

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
break away <  δείτε τις λέξεις break και away

break away (en)

  • προσπαθώ να φύγω από την αγκαλιά κάποιου ή από μία ομάδα